Laudi spirituali

Κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, οι λόγιοι συνθέτες της δύσης ασχολούνται κυρίως με την πολυφωνική μουσική. Αυτή είναι και η μουσική που, μαζί με το γρηγοριανό μέλος, χρησιμοποιείται στο τυπικό της λειτουργίας των καθολικών. Ειδικά στην Ιταλία, όμως, από την εποχή αυτή έχει σωθεί ελάχιστη θρησκευτική πολυφωνική μουσική, όχι ιδιαίτερης αξίας. Αντ’ αυτής συνέχισε να καλλιεργείται από ανώνυμους συνθέτες το μονόφωνο θρησκευτικό τραγούδι (πράγμα που δείχνει από τότε την αγάπη και την έφεση των Ιταλών για τη μελωδία), παρότι δεν περιλαμβάνεται στο τυπικό της λειτουργίας. Κύριο είδος η lauda ή laude (πληθ. laude/laudi, αντίστοιχα).

Η λέξη lauda/laude είναι η ιταλική εκδοχή του λατινικού laus (γενική laudis), που σημαίνει έπαινος, εγκώμιο. Στα θρησκευτικά συμφραζόμενα είναι ακριβώς αυτό που στη δική μας παράδοση ονομάζεται αίνος. Μας είναι οικεία η προτροπή που εμφανίζεται αρκετές φορές στους Ψαλμούς του Δαυίδ: «αινείτε τον Κύριον» (λατινιστί: «laudate Dominum»).

Οι laudi οφείλουν αρκετά στο γρηγοριανό μέλος, κατά πάσα πιθανότητα και στη λαϊκή μουσική της εποχής, προπάντων όμως στη μουσική και την ποίηση των τροβαδούρων. (Προς δυσμάς οι ίδιες επιρροές δημιούργησαν την ίδια εποχή στην Ισπανία το ακριβές αντίστοιχο των laudi, τις cantigas).

Η τέχνη των τροβαδούρων άνθισε στη νότια Γαλλία τον 12ο αιώνα. Οι τροβαδούροι ήταν καλλιεργημένοι αυλικοί, ποιητές κατά πρώτον και κατά δεύτερον μουσικοί που μελοποιούσαν και τραγουδούσαν την ποίησή τους. Η τέχνη τους είναι σημαντική στην ιστορία της δυτικής μουσικής αλλά και των γραμμάτων, γιατί τα τραγούδια τους είναι το πρώτο μουσικοποιητικό ρεπερτόριο που αναπτύσσεται στη δύση με τραγούδια στη γλώσσα του τόπου τους και όχι στα εντελώς κυρίαρχα ως τότε Λατινικά.

Η τέχνη αυτή μεταδόθηκε από τη νότια Γαλλία στη βόρεια Ιταλία αρχικά, και από εκεί στην Τοσκάνη (πατρίδα του Δάντη) και την Ουμβρία (πατρίδα του Φραγκίσκου της Ασσίζης). Ο Δάντης, με την κορυφαία του ποίηση αλλά και με επί τούτου πολεμική, έπαιξε καίριο ρόλο στην καθιέρωση των ιταλικών για την ποίηση, ώστε να μην είναι αυτή προνόμιο μόνο των πολύ μορφωμένων που ήξεραν να διαβάζουν λατινικά.

Ανάλογα και ο Φραγκίσκος (που γνωρίζουμε ότι αγαπούσε την ποίηση των τροβαδούρων, και που τον ενδιέφερε να γίνεται κατανοητό από όλους το μήνυμά του) αντιλήφθηκε και αυτός τη σημασία που είχε η χρήση της καθομιλουμένης, και έγραψε πολύ πριν τον Δάντη, στις αρχές του 13ου αιώνα, τους πρώτους ύμνους στα Ιταλικά.

Έτσι οι laudi, πέρα από το καθαρά μελωδικό τους ενδιαφέρον, είναι πολλαπλά σημαντικές. Από την εποχή που γράφονται οι μονόφωνες laudi, στην Ιταλία έχει σωθεί ελάχιστη κοσμική μουσική (αφενός γιατί ήταν εν πολλοίς αυτοσχεδιαστική, αφετέρου γιατί η καταγραφή της δεν ενδιέφερε όσο η καταγραφή της θρησκευτικής μουσικής). Για την Ιταλία, λοιπόν, οι laudi αποτελούν όχι μόνο το βασικό είδος μη λειτουργικού θρησκευτικού τραγουδιού στο μεσαίωνα αλλά και το βασικό είδος μεσαιωνικού τραγουδιού εν γένει, ενώ τα κείμενά τους είναι επίσης η παλαιότερη ποίηση στα Ιταλικά. Όλα αυτά αναδεικνύουν τις laudi ως το πρώτο γνήσια ιταλικό είδος μουσικής. Και η εμβέλειά τους δεν περιορίστηκε στο 13ο και 14ο αιώνα: τα κείμενά τους έγιναν ιδιαίτερα αγαπητά, χρησιμοποιήθηκαν και από μεταγενέστερους συνθέτες πολυφωνικής μουσικής, και παρέμειναν δημοφιλή μέχρι και το 19ο αιώνα. Επιπλέον, το 15ο αιώνα οι laudi με αφηγηματικό περιεχόμενο (ιδίως για τα Πάθη) απέκτησαν και σκηνική δράση, βάζοντας έτσι τα θεμέλια για το μετέπειτα Oρατόριο.

Όπως και οι τροβαδούροι, οι υμνωδοί συνθέτες και τραγουδιστές των laudi αρχικά πρέπει να ήταν προικισμένοι ερασιτέχνες, όχι επαγγελματίες μουσικοί. Αντίθετα με τα τραγούδια των τροβαδούρων, όμως, οι laudi ήταν καθαρά προϊόν της πόλης, όχι της αυλής. Οι laudi φαίνεται πως αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της αστικής θρησκευτικής ζωής, τόσο εντός όσο και εκτός εκκλησίας: τραγουδιούνταν σε ακολουθίες, όρθρους, εορτές αγίων, πανηγύρια, λιτανείες, κηδείες, μνημόσυνα, ιδιωτικές θρησκευτικές εκδηλώσεις… Γιαυτό ήδη από το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα δημιουργήθηκαν πολλές αδελφότητες υμνωδών (laudesi) – η παλαιότερη που γνωρίζουμε ιδρύθηκε το 1267. Ενδεικτικά, μόνο στη Φλωρεντία στο τέλος του 13ου και τις αρχές του 14ου αιώνα υπήρχαν 11 τέτοιες αδελφότητες.

Οι αδελφότητες των laudesi ξεκίνησαν από αδελφότητες που οργάνωναν κυρίως οι Δομινικανοί μοναχοί για τη λατρεία της Παναγίας, αλλά σιγά-σιγά ξεπήδησαν και νέες αδελφότητες, ωσπου οι laudesi έφτασαν να είναι επαγγελματίες τραγουδιστές (πράγμα που έχει σχέση και με την ανάπτυξη γενικότερα των αστικών συντεχνιών εκείνη την εποχή).

Οι αδελφότητες των laudesi παρέμειναν συνδεδεμένες στενά με τα επαιτικά τάγματα (Δομινικανών και Φραγκισκανών) και τον ιεραποστολικό τους ζήλο. Ο ίδιος ο Φραγκίσκος γράφει πως οι οπαδοί του θα πρέπει να πορεύονται κηρύττοντας και υμνώντας τον Θεό, και όποιος ξέρει να κηρύττει θα πρέπει να κάνει το κήρυγμα και μετά θα πρέπει να ψάλλουν όλοι μαζί «αίνους τω Κυρίω» (laudes Domini). Η lauda, επομένως, πήρε μορφή ως φυσική επέκταση των ρητορικά ενθέρμων κηρυγμάτων των ταγμάτων αυτών. Όπως γράφει χαρακτηριστικά το καταστατικό μιας αδελφότητας υμνωδών στην Ασσίζη, ο υμνωδός οφείλει να συγκινεί μέχρι δακρύων την καρδιά των πιστών, πολύ περισσότερο απ’ όσο συγκινούν τα λόγια το νου.

Οι laudi συνδέονται, τέλος, και με το κίνημα των μαστιγουμένων (flaggellanti), που αναδύθηκε ως απότοκο των πολιτικών αναταραχών και των σχετικών αιματοχυσιών, αλλά και των επιδημιών πανώλης. Το κίνημα αυτό, που αναπτύχθηκε σε βαθμό υστερίας, έβλεπε την αυτοτιμωρία αλλά και το θρησκευτικό τραγούδι ως προσπάθεια εξιλέωσης για τις αμαρτίες είτε των συμμετεχόντων είτε του κόσμου ολόκληρου.

Από τον 13ο και 14ο αιώνα έχουν σωθεί πάνω από 200 υμνολόγια (laudari) με κείμενα laudi. Yμνολόγια όμως που να περιλαμβάνουν και τη μουσική για ολόκληρες laudi έχουν σωθεί μόνο δύο: ένα στη Φλωρεντία (πρωτεύουσα της Τοσκάνης), από τις αρχές του 14ου αιώνα, και ένα στην κοντινή της Κορτόνα (πόλη της Ουμβρίας), από το τέλος του 13ου αιώνα. Το υμνολόγιο της Κορτόνα περιλαμβάνει 46 laudi με κείμενο και μουσική (συν 19 με κείμενο μόνο), ενώ της Φλωρεντίας περιλαμβάνει 88 laudi με κείμενο και μουσική (συν 9 με κείμενο μόνο). Οι laudi του υμνολογίου της Κορτόνα είναι απλούστερες, ενώ της Φλωρεντίας είναι πιο περίπλοκες μελωδικά. Αυτό δείχνει την εξέλιξη από ερασιτεχνικό σε επαγγελματικότερο τραγούδι, αλλά και τις διαφορετικές δυνατότητες όσον αφορά την εκτέλεση: οι απλούστερες μελωδίες είναι καταλληλότερες για ομαδικό τραγούδι ή/και τραγούδι κατά τη διάρκεια λιτανείας, ενώ οι περιπλοκότερες είναι καταλληλότερες για τραγούδι από έναν τραγουδιστή, πιθανότερο σε εσωτερικό χώρο. Είναι επίσης πιθανή η εκτέλεση με εναλλαγή ενός τραγουδιστή και ομάδας, γιατί οι laudi κατά κανόνα έχουν τη δομή στροφικού τραγουδιού με επωδό (ρεφραίν), δηλαδή μιας μελωδίας Α με σταθερό κείμενο, που επαναλαμβάνεται ενώ μεσολαβεί μια μελωδία Β με διαφορετική στροφή του κειμένου κάθε φορά.

Αλλά το αν τραγουδά ένας ή πολλοί είναι το λιγότερο ακανθώδες από τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι σημερινοί μελετητές και εκτελεστές. Το βασικότερο πρόβλημα ανακύπτει από το ότι στα υμνολόγια η μουσική είναι καταγραμμένη όπως το γρηγοριανό μέλος εκείνη την εποχή, δηλαδή με συγκεκριμένες νότες αλλά χωρίς καμμία απολύτως πληροφορία για το ρυθμό που πρέπει να έχουν οι νότες αυτές (γιατί τα υμνολόγια αυτά προφανώς αποτελούσαν ένα είδος βοηθήματος για μελωδίες που ήταν ούτως ή άλλως γνωστές). Επιπλέον, και τα δύο υμνολόγια έχουν πολλά λάθη, όπως π.χ. χρήση λάθος κλειδιού σε κάποια γραμμή ή και καθόλου κλειδιού. Επίσης, τα λόγια είναι γραμμένα κάτω από τις νότες εντελώς κατά προσέγγιση, δηλαδή χωρίς να φαίνεται ποιά συλλαβή αντιστοιχεί σε ποιά νότα. Ακόμα χειρότερα, το υμνολόγιο της Φλωρεντίας κάποια στιγμή πριν το 16ο ή 17ο αιώνα σφαγιάστηκε για να μικρύνει: κόπηκαν περίπου 7 εκατοστά από την εξωτερική πλευρά του και περίπου 5 εκατοστά από το πάνω μέρος του, με αποτέλεσμα να χαθεί εν μέρει ή ολοκληρωτικά η πρώτη γραμμή μουσικής των περισσοτέρων σελίδων (για την οποία έγινε προσπάθεια αποκατάστασης κάπου τον 16ο ή 17ο αιώνα).

Έτσι ο κάθε μουσικολόγος ή εκτελεστής σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα περίπου άλυτο ζήταμα: με τι ακριβώς ρυθμό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτές τις ωραίες μελωδίες. Έχουν προταθεί διάφορες εκδοχές, και γιαυτό υπάρχουν αντίστοιχα διάφορες εκδόσεις, διαφορετικές μεταξύ τους. Οι πιο αβάσιμες (επειδή δεν ταιριάζουν με τις υπόλοιπες μουσικές που μας είναι γνωστές από την εποχή εκείνη) φαίνεται να είναι η άποψη να τραγουδιούνται οι laudi όπως το γρηγοριανό μέλος, δηλαδή χωρίς παλμό και μέτρο, και η άποψη να τραγουδιούνται με συνεχείς εναλλαγές διμερών και τριμερών μέτρων. Λογικότερη και επικρατέστερη είναι η άποψη ότι οι laudi θα πρέπει να είχαν κανονικό μέτρο (διμερές η τριμερές κατά περίπτωση), και ότι η προσπάθεια να τις ανασυστήσουμε δεν μπορεί παρά να βασίζεται στους τονισμούς του κειμένου. (Σε αυτήν την κατεύθυνση βρίσκονται και οι μεταγραφές του Σοφιανόπουλου.) Αυτό μας δίνει αρκετά πειστικά αποτελέσματα όσο περισσότερο συλλαβική είναι η μελοποίηση, αλλά πολύ πιο αβέβαια όσο περισσότερο μελισματική είναι η μελοποίηση. Έτσι οποιαδήποτε σημερινή μεταγραφή ή/και εκτέλεση είναι δυστυχώς καταδικασμένη να είναι μια λιγότερο ή περισσότερο επιτυχής εικασία.

____________________________

Οκτώβριος 2020. Κείμενο για τον δίσκο της Γεωργίας Μπαλαμπίνη και της Μαγδαληνής Καλοπανά “Laudi Duecentesche – Italian vernacular sacred songs of the 13th century transcribed by Marco Sofianopulo”.
https://panagiotisadam.com/