Henry Purcell: Διδώ και Αινείας – το λιμπρέτο

Απόδοση στα ελληνικά: Παναγιώτης Αδάμ


Η απόδοση ακολουθεί ακριβώς το σωζόμενο αντίτυπο του αρχικού λιμπρέτου. Μέσα σε αγκύλες επισημαίνονται και όλες οι διαφορές που έχει η παλαιότερη σωζόμενη παρτιτούρα (το λεγόμενο χειρόγραφο του Tenbury – ένα αντίγραφο που έγινε πάνω από 50 χρόνια μετά το θάνατο του Purcell).


[Tenbury: Ουβερτούρα]

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Σκηνή: το παλάτι. Μπαίνουν Διδώ, Μπελίντα και ακόλουθες.

Μπελίντα:
Τίναξ’ το σύννεφο απ’ την όψη σου,
Η Μοίρα τις ευχές σου ευοδώνει.
Πλουτίζει το βασίλειο, ποτάμι οι απολαύσεις,
χαμογελάει η τύχη, το ίδιο θα ‘πρεπε κι εσύ.
Τίναξ’ το σύννεφο απ’ την όψη σου.

Χορωδία:
Διώξε τη λύπη και τις έγνοιες,
Καημός ποτέ να μη σιμώνει στις χαρές.

Διδώ:
Α! Μπελίντα, με πλακώνει
μαρτύριο που δεν μπορώ να ομολογήσω.
Δυό ξένοι πια εγώ και η γαλήνη.
Όσο να μαθευτεί ο καημός μου μαραζώνω,
κι όμως δεν θά ‘θελα κανείς να τον μαντέψει.

Μπελίντα:
Φουντώνει όταν τον κρύβεις ο καημός.

Διδώ:
Μα ο δικός μου να φανερωθεί δε γίνεται.

Μπελίντα:
Ε τότε να μιλήσω εγώ: στις μύχιες σκέψεις σου έχει μπει
ο Τρώας που φιλοξενούμε.

2η Γυναίκα:
Τι πιο μεγάλη ευλογία της Μοίρας,
η Καρχηδόνα να στεριώσει και η Τροία να ζωντανέψει.

Χορωδία:
Ηγεμόνες σαν σμίγουν, τι μεγάλη ευτυχία,
νικητές με τη μιά των εχθρών και της μοίρας.

Διδώ:
Τόση αρετή από πού να βγαίνει;
Τι θύελλες τραγούδησε, τι μάχες;
Του Αγχίση η ανδρεία, μαζί της Αφροδίτης χάρες.
Όταν ειρήνη τρυφερός, κι όμως στον πόλεμο τι φοβερός!

Μπελίντα:
Τέτοια ιστορία τρομερή, γεμάτη θλίψη,
τα βράχια θα έλιωνε όσο κι εσέναν.

2η Γυναίκα:
Ποιά αλύγιστη καρδιά θα έβλεπε ασυγκίνητη
Βάσανα τέτοια, τέτοιο κρίμα;

Διδώ:
Μ’ έγνοιες ατέλειωτες γεμάτη η δικιά μου,
τα βάσανα να συμπονάει έχει μάθει.
Πονετικό, ευκολοσυγκίνητο το στήθος μου,
των ταλαιπωρημένων ο καημός το αγγίζει,
μα τον δικό του α! φοβάμαι πως τον παρασυμπονάω.

Μπελίντα και 2η Γυναίκα: [Tenbury: κατόπιν Χορωδία.]
Πως κινδυνεύεις μη φοβάσαι,
ο Ήρωας έρωτα νοιώθει όσο κι εσύ.

Χορωδία:
Όλο χαμόγελο και τρυφεράδα,
και της ζωής γλυκαίνοντας τις έγνοιες,
σας έχει στρώσει ο Έρωτας το δρόμο
με άνθη απ’ τα Ηλύσια πεδία.

Χορός της Τέρψεως, πάνω σ’ αυτό το χορωδιακό.

Μπαίνει ο Αινείας με τους ακολούθους του.

Μπελίντα:
Δες, έρχετ’ ο φιλοξενούμενος ο Βασιλιάς,
κοίταξε πόσο θεϊκή η θωριά του!

Αινείας:
Πότε, Ωραία Βασίλισσα, θα αξιωθώ
τις έγνοιες και τα βάσανα του έρωτα;

Διδώ:
Αυτό που αποζητάς το απαγορεύει η Μοίρα.

[Αινείας:]
Μοίρα άλλη από εσένα ο Αινείας δεν έχει!
Αν η Διδώ χαμογελάσει θ’ αψηφίσω
τ’ ασήμαντα που εμένα είν΄ γραφτά.

Χορωδία:
Bέλος που βρίσκει την καρδιά πολεμιστή
μόνον ο Έρωτας το ρίχνει,
κι αυτή που τον πληγώνει, μόνον αυτή μπορεί να τον γιατρέψει.

Αινείας:
Για χάρη του Βασίλειου αν όχι για δική μου,
σ’ αυτόν που σ’ αγαπάει λίγο έλεος δείξε.
Ωιμέ! μην κάνεις έναν ήρωα να πέσει
σ’ απελπισίας τη φωτιά, και η Τροία πάλι να χαθεί.

Μπελίντα:
Συνέχισε την πολιορκία σου, έρωτα – τα μάτια της
ομολογούν τη φλόγα που η γλώσσα της αρνείται.

Χορός Σακόν κιθάρα. [Tenbury: δεν έχει τέτοια υπόδειξη.]

Χορωδία:
Σε κοιλάδες και λόφους, βουνά και λαγκάδια,
σε γαλήνια άλση, πηγές σκιερές δροσερές,
η ομορφιά ας θριαμβεύσει κι η αγάπη,
ξεφαντώστ’ Έρωτές μου, δική σας η μέρα.

Θριαμβευτικός χορός.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Σκηνή: το σπήλαιο. Μπαίνει η Αρχιμάγισσα.
[Tenbury: = 2η σκηνή Πρώτης Πράξης.]

[Tenbury: Πρελούδιο]

Αρχιμάγισσα:
Αλλόκοτές μου αδερφές, εσείς που σκιάζετε
τη νύχτα το μοναχικό διαβάτη,
εσείς, που κρώζοντας σα ζοφερά κοράκια,
στα παραθύρια ρίχνεστε των ετοιμοθανάτων,
εμφανιστείτε, σας καλώ, τη δόξα μοιραστείτε
ενός κακού που ολάκερη την Καρχηδόνα μες τις φλόγες θε να ζώσει.

Μπαίνουν οι μάγισσες.

Μάγισσα:
Πες, Μέγαιρα, το θέλημά σου πες μας.
Το κακό είν’ η χαρά μας, ζημιές μοναχά η δουλειά μας. [Tenbury: Αυτός ο στίχος Χορωδία.]

Αρχιμάγισσα:
Της Καρχηδόνας η Βασίλισσα, που τη μισούμε,
όπως μισούμε όλους τους καλότυχους,
Πριν απ’ το δείλι ένα κουρέλι θα’χει γίνει,
δόξα, ζωή κι αγάπη θε να χάσει!

Χορωδία:
Χο, χο, χο, χο, χο, χο …

Μάγισσα:
Συφοριασμένη πριν το δειλινό;
Πες μας, πώς θε να γίνει αυτό; [Tenbury: Αυτός ο στίχος 1η και 2η Μάγισσα.]

Αρχιμάγισσα:
Τον Τρώα Πρίγκηπα, το ξέρετε, η Μοίρα
να βρει τη γη της Ιταλίας τον προορίζει.
Τώρα με τη Βασίλισσα έχουνε για κυνήγι βγει,
ακούστε πώς σιμώνουνε γοργά οι φωνές. [Tenbury: Αυτός ο στίχος 1η Μάγισσα.]
Μα όταν γυρίσουνε, το έμπιστό μου ξωτικό
με τη μορφή του ίδιου του Ερμή
δήθεν σταλμένου από το Δία θα τονε ψέξει
και θα του πει μ’ όλο το στόλο του απόψε να σαλπάρει.

[Χορωδία:]
Χο, χο, χο, χο, χο, χο …

Μπαίνουν δύο μεθυσμένοι ναύτες, χορός. [Tenbury: Δεν έχει αυτήν την οδηγία.]

Αρχιμάγισσα:
[Tenbury: 1η & 2η Μάγισσα.]
Πριν όμως απ’ αυτό, μάγια θα κάνουμε
για να ξεσπάσει καταιγίδα,
να τους χαλάσει το κυνήγι,
και πίσω στο παλάτι να τους φέρει.

Χορωδία:
[Tenbury: υπό τύπον Ηχούς.]
Μες τη βαθειά μας τη σπηλιά θα φτιάξουμε τα ξόρκια,
αυτά τα φοβερά δεν γίνονται στο φως του ήλιου.

Χορός Ηχώ. Μάγισσες και Ξωτικά.
[Tenbury: Βροντές και αστραπές, τρομακτική μουσική. Τα δαιμόνια βυθίζονται στο σπήλαιο, οι υπόλοιπες πετούν προς τα πάνω. Τέλος του πρώτου μέρους.]

Σκηνή: το δάσος. Μπαίνουν Αινείας, Διδώ και Μπελίντα, και ακόλουθοι/ες τους
. [Tenbury: = αρχή Δεύτερης Πράξης.]

[Tenbury: Ριτορνέλλο]

Μπελίντα:
[Tenbury: κατόπιν Χορωδία.]
Ευλογημένα αυτά τ’ απόμερα λαγκάδια,
οι λόφοι οι απόμακροι και οι κοιλάδες.
Τόσο ωραίο και πλούσιο το κυνήγι,
που η ίδια η Άρτεμη εδώ να έμενε θα μπορούσε.

Κιθάρα οστινάτο χορός. [Tenbury: δεν έχει τέτοια υπόδειξη.]

2η Γυναίκα:
Συχνά σε τούτο έρχεται το όμορφο βουνό,
και λούζεται συχνά σε τούτη την πηγή.
Εδώ αντάμωσε τη μοίρα του ο Ακταίων,
απ’ τα δικά του τα σκυλιά κυνηγημένος,
κι αφού πληγώθηκε θανάσιμα
τον ανακάλυψαν, αλοί, πολύ αργά.

Χορός για τη διασκέδαση του Αινεία, από τις γυναίκες της Διδούς.

Αινείας:
Για δέστε, κρέμεται στο δόρυ μου βαρύ
θηρίου το ματωμένο το κεφάλι,
με δόντια πιο πελώρια απ’ αυτά
που ξέσκισαν τον κυνηγό της Αφροδίτης.

Διδώ:
Συννέφιασε ο ουρανός, πώς ξεριζώνει ακούστε
τις δρύες του βουνού ο κεραυνός.
Πάμε στην πόλη γρήγορα, εδώ δεν έχουμε [Tenbury: Αυτός και ο επόμενος στίχος Μπελίντα κατόπιν Χορωδία.]
πού να κρυφτούμε από την καταιγίδα.

Βγαίνουν.

Κατεβαίνει προς τον Αινεία το Τελώνιο της Αρχιμάγισσας με τη μορφή του Ερμή.

Τελώνιο:
Πρίγκηπα, στάσου, κι άκουσε την προσταγή του μέγα Δία:
απόψε σε καλεί να φύγεις.

Αινείας:
Απόψε;

Τελώνιο:
Απόψε πρέπει αυτή τη γη να την απαρνηθείς,
ο θυμωμένος ο θεός δε θα δεχτεί να μείνεις άλλο.
Ο Δίας σε προστάζει, άλλο μη χαραμίζεις
σ’ ερωτικές χαρές αυτές τις ώρες τις πολύτιμες,
που σου ‘δωσαν οι Ουράνιες Δυνάμεις
για να πατήσεις την ακτή της Εσπερίας
και την ερειπωμένη Τροία ν’ αναστήσεις.

Αινείας:
Του Δία οι προσταγές θα γίνουν σεβαστές,
απόψε οι άγκυρες θα σηκωθούν.

[Tenbury: Εξαφανίζεται το πνεύμα.]

Αινείας:
Μα α! με γλώσσα άραγε ποιάν
την πληγωμένη μου Βασίλισσα να κατευνάσω;
Πάνω που παραδόθηκε η καρδιά της,
από την αγκαλιά της αναγκάζομαι να φύγω.
Τη μοίρα τούτη τη σκληρή πώς να τηνε βαστάξεις;
Τη μία νύχτα η χαρά, την άλλη μου την παίρνουν.
Δικό σας να’ν’ το κρίμα, ω θεοί! Γιατί εγώ
το θέλημά σας θα υπακούσω – αλλά πιο εύκολα θα πέθαινα.

[Μπαίνουν] Αρχιμάγισσα και μάγισσες.

Χορωδία:
Αφού λοιπόν πετύχανε τα ξόρκια μας,
ας αρχινίσουνε για μας ζωηρό χορό
της Καρχηδόνας οι νεράιδες.
Όλες για τέρψη μας θε να χορέψουν
τέτοιο χορό που θ’ απορήσουν οι Ουρανοί,
και θα ξεχερσωθούν τα ωραία τα δάση.

Χορός δάσους.

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

Σκηνή: τα πλοία. Μπαίνουν οι ναύτες, η Αρχιμάγισσα και οι μάγισσσες. [Tenbury: Μπαίνουν οι ναύτες.]

[Tenbury: Πρελούδιο]

Χορωδία:
[Tenbury: 1ος Ναύτης κατόπιν Χορωδία.]
Ελάτε, πάμε ναύτες, άγκυρα να βιράρουμε.
Η ώρα κι η παλίρροια δε σηκώνουνε χρονοτριβή.
Μες στο πιοτό αποχαιρετήστε τις κοπέλλες στη στεριά,
σωπάστε τους τα κλάματα
μ’ όρκους επιστροφής
αν και να ξανασμίξτε πια δεν τό’χετε σκοπό.

Χορός ναυτών.

[Tenbury: Μπαίνει η Αρχιμάγισσα και οι μάγισσσες.]

Αρχιμάγισσα:
Δείτε, σημαίες και φλάμπουρα ανεμίζουν,
βιράρουν οι άγκυρες κι ανοίγουν τα πανιά.
Του Φοίβου οι φευγαλέες χλωμές ακτίνες [Tenbury: αυτός και ο επόμενος στίχος 1η Μάγισσα.]
χρυσώνουν σχέδια ακόμα πιο απατηλά. [Tenbury: «χρυσώνουν σχέδια απατηλά».]
Το σχέδιό μας πέτυχε, [Tenbury: αυτός και οι δύο επόμενοι στίχοι 1η και 2η Μάγισσα.]
Πάει η Βασίλισσα, χο χο χο.
Συφοριασμένη Ελίσσα, χο χο χο.
Το σχέδιό μας πέτυχε,
πάει η Βασίλισσα, χο, χο!
Το επόμενό μας βήμα πρέπει να’ναι
του Εραστή της να του ρίξουμε στο πέλαγο φουρτούνα!
Την τέρψη μας τη βρίσκουμε στη συμφορά των άλλων.
Ματώνει η Ελίσσα απόψε, κι αύριο καίγεται η Καρχηδόνα.

Χορωδία:
Χαρά μας η καταστροφή, και δυστυχία μας η χαρά!
Πεθαίνει η Ελίσσα απόψε, κι αύριο καίγεται η Καρχηδόνα.

Μια φωτεινή αύρα παρασύρει τους Σπανιόλους ανάμεσα από τις μάγισσες. Χορός.
[Tenbury: Χορός των μαγισσών.]

Μπαίνουν Διδώ, Μπελίντα και ακόλουθες.

Διδώ:
Οι συμβουλές σου όλες μάταιες
θα παραπονεθώ σε Γη και Ουρανό!
Μα γιατί στρέφομαι σε Γη και Ουρανό;
Την πτώση μου Γη κι Ουρανός τη μηχανεύτηκαν.
Άλλο δε μού’μεινε παρά στη Μοίρα να φωνάξω,
των δόλιων τελευταίο καταφύγιο.

Μπαίνει ο Αινείας.

Μπελίντα:
Κοίτα, Κυρά μου, δες εκεί που μπαίνει ο Πρίγκηπας.
Τόση στην όψη του η στεναχώρια,
αμφιβολία καμμιά πως λέει αλήθεια.

Αινείας:

Ο έρμος ο Αινείας τι να πράξει;
Πώς των Θεών, Ωραία Βασίλισσα, την προσταγή να μεταφέρω
και να σου πω πως πρέπει να χωρίσουμε;

[Διδώ:]
Έτσι στις όχθες τις θανατερές του Νείλου
δακρύζει ψεύτικα ο κροκόδειλος.
Έτσι οι υποκριτές, που κάνουν φόνο,
στους Ουρανούς και τους Θεούς τονε χρεώνουν

Αινείας:
Σ΄ό,τι έχω ιερό …

Διδώ:
Σ΄ό,τι έχεις ιερό; όχι άλλα τέτοια!
Ό,τι έχεις ιερό το πρόδωσες.
Τρέχα για το βασίλειο που σου τάζουν,
την προδομένη τη Διδώ άσε τη να πεθάνει.

Αινείας:
Παρά την προσταγή του Δία, θα μείνω.
Θα τους προσβάλω τους Θεούς, στον Έρωτα να υπακούσω.

Διδώ:
Όχι, άπιστε, τράβα το δρόμο σου,
τώρα όσο κι εσύ είμ’ αποφασισμένη.
Καμμιά μετάνοια να ξανανάψει δεν μπορεί
της πληγωμένης της Διδούς την παγωμένη φλόγα.
Γιατί αρκεί, ό,τι κι αν τώρα διαλαλήσεις,
πως έστω μιά φορά σκέφτηκες να μ’ αφήσεις.

Αινείας:
Ας πει ο Δίας ό,τι θέλει: εγώ θα μείνω!

Διδώ:
Να φύγεις!
[Tenbury: Αινείας και Διδώ.
Όχι, όχι, φύγε!
Μα όχι, όχι, εγώ θα μείνω, εγώ στον Έρωτα θα υπακούσω!]
Όσο καθυστερείς, τόσο πιο γρήγορα στο Θάνατο θα τρέξω.

Βγαίνει ο Αινείας.

Διδώ:
Όμως, αλοίμονο! τον Θάνατο να διώξω δεν μπορώ.
Όταν θα έχει φύγει αυτός, ο Θάνατος θε νά’ρθει.

Χορωδία:
Κατά των ίδιων τα τρανά μυαλά συνωμοτούν,
κλείνουν την πόρτα στη γιατρειά που πιότερο ποθούν.

Εμφανίζονται Έρωτες στα σύννεφα πάνω από τον τάφο της. [Tenbury: δεν έχει αυτήν την οδηγία]
Διδώ:
Το χέρι σου, Μπελίντα, με τυλίγει το σκοτάδι,
στο στήθος σου άσε με να γείρω.
Θά’θελα κι άλλα, μα με κυριεύει ο Θάνατος.
καλοδεχούμενος τώρα ο Θάνατος.
Όταν θα κοίτομαι στο χώμα, είθε τα κρίματά μου
να μη σου γίνουν βάσανο στο στήθος.
Να με θυμάσαι, μα αχ! τη μοίρα μου λησμόνα.

Χορωδία:
Ελάτε Έρωτες με τις φτερούγες σας γερμένες,
τριαντάφυλλα στο μνήμα της να ράνετε.
Ευγενικοί και τρυφεροί σαν την καρδιά της,
να είστε φύλακες εδώ, και να μη φύγετε ποτέ.

Χορός Ερώτων. [Tenbury: δεν έχει αυτήν την οδηγία.]

Τέλος.

___________________________
https://panagiotisadam.com/