Τα τέμπι στις σονάτες του Μπετόβεν

Από το 18ο και 19ο αιώνα υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για τα τέμπι. Οι μαρτυρίες αυτές μπορεί να είναι άμεσες, δηλαδή ενδείξεις μετρονόμου από το 1815 και μετά, ενδείξεις εκκρεμούς παλαιότερα, καθώς και καταγραφές σε μηχανικά όργανα. Ή μπορεί να είναι έμμεσες: καταγραφή διάρκειας κομματιών, παραλληλισμοί με χτύπους καρδιάς ή βηματισμό ανθρώπου, καταγραμμένες χορογραφίες, ομοιότητες με κομμάτια γνωστού τέμπο, καθώς και κάποιες συμβάσεις σχετικές με συγκεκριμένα μέτρα. Έτσι στο χώρο της ιστορικά ενήμερης ερμηνείας είναι αρκετά σαφές το τι τέμπι προτιμούσαν οι συνθέτες του ώριμου μπαρόκ ή της κλασικής μουσικής.

Το 2ο μισό του 19ου αιώνα άσκησε τεράστια επιρροή ο Wagner με τα νέα ιδεώδη του, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και πιο αργά τέμπι (πράγμα όχι άσχετο και με τον ολοένα αυξανόμενο γιγαντισμό της ορχήστρας αλλά και της διάρκειας των έργων). Δημιουργήθηκε έτσι ένα νέο καθεστώς, με αισθητές διαφορές από τις προτιμήσεις των προηγουμένων γενεών. Για παράδειγμα, είναι γνωστές οι διαμάχες του Wagner με τον κλασικοτραφή Mendelssohn (προκάτοχό του στη Λειψία), τον οποίον ο Wagner κατηγορούσε για υπερβολικά γρήγορα τέμπι στις εκτελέσεις Beethoven. Επίσης για παράδειγμα, ο Moscheles γράφει το 1861 ότι του λείπουν «τα σωστά τέμπι» και οι παραδόσεις της νιότης του, και οικτίρει τα νέα «αργόσυρτα» και «νοσηρά» τέμπι. Είναι χαρακτηριστικό το ότι, ενώ ο Czerny επανειλημμένα προειδοποιεί να μη σέρνεται ένα αργό κομμάτι, ο Wagner έλεγε πως καμμία εκτέλεση ενός πραγματικού Adagio, όσο αργή κι αν είναι, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικά αργή.

Beethoven:
1770–1827
Czerny:
1791–1857
Moscheles:
1794–1870
Mendelssohn:
1809–1847
Wagner:
1813–1883


Δυστυχώς η νεότερη αυτή παράδοση μεταφέρθηκε στις επόμενες γενιές, και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Έτσι πολλοί “mainstream” μουσικοί έχουν συνηθίσει να ακούν διάφορες εκτελέσεις που δεν είναι αρκετά γρήγορες ή είναι πολύ αργές. Ως ένα μικρό πείραμα θα πρότεινα το παρακάτω απόσπασμα (μπορείτε να το κατεβάσετε και να το τυπώσετε):

Beethoven op.18 no.1 Adagio

Θα ήταν ενδιαφέρον να το διαβάσουν κλασικοί πιανίστες, να αποφασίσουν πώς να το παίξουν, και να δούμε πόσο θα προσεγγίσουν το τέμπο που έχει ορίσει ο ίδιος ο Beethoven.

Έχουμε, βλέπετε, τη μεγάλη τύχη να μας έχει αφήσει ο Beethoven μετρονομικές υποδείξεις ουκ ολίγες: για όλα τα μέρη όλων των συμφωνιών του, για όλα τα μέρη των κουαρτέτων εγχόρδων μέχρι και το op. 95, και για μερικά μεμονωμένα κομμάτια. Όσον αφορά τη μουσική του για πιάνο, μας άφησε μετρονομικές υποδείξεις μόνο για τη Σονάτα αρ. 29 (“Hammerklavier”).

Για τις σονάτες του Beethoven, όμως, έχουμε την επίσης μεγάλη τύχη να μας έχουν αφήσει μετρονομικές υποδείξεις δύο σπουδαίοι πιανίστες και δάσκαλοι που ήταν πολύ κοντά του: ο Czerny και ο Moscheles. Ο Moscheles ανέπτυξε από νωρίς πάθος για τη μουσική του Beethoven, έγινε στενός και έμπιστος συνεργάτης του, και ποτέ δεν έπαψε να προωθεί τη μουσική του Beethoven, τόσο ως πιανίστας όσο και ως μαέστρος. Ο Czerny είναι ο πιο σημαντικός μαθητής του Beethoven (και ο πιο σημαντικός μαθητής του Czerny δεν είναι άλλος από τον Liszt). Έπαιζε τακτικά όλες τις σονάτες του Beethoven από μνήμης. Στον 4ο τόμο της Pianoforte-Schule (op. 500), το 2ο μέρος είναι αφιερωμένο στην «ορθή εκτέλεση απάντων των έργων του Beethoven για σόλο πιάνο», με σχόλια για κάθε μέρος κάθε σονάτας. (Μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρο τον 4ο τόμο στην αυθεντική έκδοση, ή ειδικά το 2ο μέρος του στην αγγλική μετάφραση εκείνης της εποχής.) Τόσο ο Czerny όσο και ο Moscheles είχαν ακούσει πολλές φορές τις σονάτες του Beethoven από τον ίδιο αλλά και από άλλους πιανίστες που άκουγε και ενέκρινε. Έτσι οι μαρτυρίες τους είναι ό,τι κοντινότερο στον Beethoven διαθέτουμε.

Στους πίνακες της επόμενης σελίδας είναι συγκεντρωμένες οι μετρονομικές ενδείξεις από τις παρακάτω πηγές για τις σονάτες του Beethoven:
• Czerny, στην έκδοση Haslinger (Βιέννη, 1828).
• Czerny, στο Pianoforte-Schule (Βιέννη, 1839-46).
• Czerny, στην έκδοση Simrock (Βόννη, 1856-68).
• Moscheles, στην έκδοση Cramer (Λονδίνο, περίπου 1834-9).
• Moscheles, στην έκδοση Hallberger (Στουτγάρδη, περίπου 1858–67).
Οι πηγές αυτές σημειώνονται συντομογραφικά ως C1, C2, C3, Μ1, Μ2.
Τα στοιχεία είναι παρμένα από το βιβλίο Performance Practices in Classic Piano Music της Sandra Rosenblum (Indiana University Press, 1988).

Μερικές παρατηρήσεις:

• Όπως επισημαίνεται και εκείνη την εποχή, το κατάλληλο τέμπο εξαρτάται από διάφορους παράγοντες – ακόμα και από την ακουστική ενός συγκεκριμένου χώρου. Επομένως καμμία μετρονομική ένδειξη, ακόμα κι αν είναι του ιδίου του συνθέτη, δεν γράφεται για να τηρηθεί ευλαβικά και άκαμπτα. Δείχνει απλώς σε ποιά περίπου πλαίσια πρέπει να κυμαίνεται το τέμπο ενός κομματιού, μεγάλη απόκλιση από τα οποία θα αποτελεί παρερμηνεία.

• Η βαγκνερική “παράδοση” είχε δημιουργήσει τέτοια δυσκολία να γίνουν αποδεκτά τα υπάρχοντα στοιχεία που παλαιότερα είχε επινοηθεί μέχρι και η εικασία ότι ο μετρονόμος του Beethoven πρέπει να ήταν χαλασμένος! Ατυχώς για τους θιασώτες αυτής της αβάσιμης άποψης, οι υποδείξεις του Beethoven βρίσκονται σε πλήρη σύμπνοια με υποδείξεις άλλων συνθετών και δασκάλων της εποχής.

• Για όσους συνεχίζουν να δυσπιστούν, θα ήταν αποκαλυπτική η επαφή με αντίγραφο πιάνου της εποχής του Beethoven: το ρηχό και ελαφρύ κλαβιέ εκείνων των πιάνων επιτρέπει πολύ πιο αβίαστα τα πολύ γρήγορα τέμπι.

__________________________

Αρχές Ιουλίου 2021.
https://panagiotisadam.com/